Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

αποσπάσματα από το Μεγάλο μας Τσίρκο (1973) του Ι. Καμπανέλλη





ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ (1973) ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ (διασκευή αποσπασμάτων)
Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ
ΡΩΜΙΑΚΙ: Εεεε, ψηλέ, πού είσαι...;
ΡΩΜΙΟΣ: Μη μ’ ενοχλείς, έχω ένα πρόβλημα πολύ σοβαρό!
 ΡΩΜΙΑΚΙ: Θα το λύσουμε, τόσος κόσμος είμαστε δω.
ΡΩΜΙΟΣ: Ας το πούμε πρώτα μεταξύ μας.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Λέγε...!
ΡΩΜΙΟΣ: Είδες το πρόγραμμα του έργου;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Δε μου δώσανε πρόγραμμα.
ΡΩΜΙΟΣ: Ξέρεις ποια ιστορία έχει σειρά;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Όχι! ΡΩΜΙΟΣ: Το Εικοσιένα!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Εύκολο πράμα! Απ’ το δημοτικό σχολειό τα μαθαίνουμε όλα νεράκι.
ΡΩΜΙΟΣ: (θυμωμένος) Αμ δεν τα μαθαίνουμε!
 ΡΩΜΙΑΚΙ: Και τι σε νοιάζει εσένα, δάσκαλος είσαι; Θεατρίνος είσαι!
ΡΩΜΙΟΣ: Και τι μ’ αυτό;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Εδώ είναι θέατρο, δεν είναι σχολειό! Ο κόσμος ήρθε να διασκεδάσει, μάθημα ιστορίας θα του κάνουμε;
ΡΩΜΙΟΣ: Αν θες να γίνεις καλός θεατρίνος, μάθε να σκέφτεσαι πιο υπεύθυνα!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Εγώ ή εσύ;
ΡΩΜΙΟΣ: Θες να ρωτήσουμε τους θεατές ποιος απ’ τους δυο μας έχει δίκιο;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Οι θεατές πληρώσανε για να ακούσουνε τι λέμε, όχι για να μας πούνε τι θα λέμε. Αλλιώς κάθονταν σπίτι τους και γράφανε ένα δικό τους έργο! Άντε λέγε...
ΡΩΜΙΟΣ: Τι να λέω...;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Για το Εικοσιένα.
ΡΩΜΙΟΣ: (εκνευρίζεται) Βρε μπουμπούνα, έτσι εύκολο το ’χεις να μιλήσει κανείς για το ποιοι ήταν οι πραγματικοί ελευθερωτές αυτού του τόπου και τι απογίνανε;
ΡΩΜΙΑΚΙ: (στους θεατές) Αυτός είναι εντελώς αστοιχείωτος. (στο ΡΩΜΙΟ) Άσε με, βρε παιδάκι μου, να τα πω εγώ που τα ξέρω. Λοιπόν, Κυρίες και Κύριοι, εκείνα τα χρόνια η Ελλάδα ήταν πολύ σκλαβωμένη και ήρθε ο εγγλέζικος στόλος, ήρθε ο γαλλικός στόλος, ήρθε ο ρώσικος στόλος και πολεμήσανε τους Τούρκους και κατασκοτωθήκανε οι άνθρωποι και έτσι μας βοηθήσανε και ελευθερωθήκαμε.
 ΡΩΜΙΟΣ: (σαν να γρυλίζει) Μάλιστα!
ΡΩΜΙΑΚI: Κι από τότε όλοι αυτοί γίνανε προστάτες μας και σύμμαχοί μας και ήρθανε κι άλλοι ύστερα και Αυστριακοί και Ιερά Συμμαχία κι έχουμε πάντα πρώτης τάξεως συμμάχους και μας έχουνε γύρω γύρω το στόλο τους και δεν μπορεί να μας πειράξει κανένας!
ΡΩΜΙΟΣ: (άγρια) Σταμάτα!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Γιατί, καλέ; Σε πειράζει η γυμνή αλήθεια;
ΡΩΜΙΟΣ: Ποια αλήθεια, βρε ξόανο; Όλοι αυτοί, ξέρεις για ποιο λόγο ήρθαν εδώ πέρα;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Το ξέρω και το είπα!
ΡΩΜΙΟΣ: Για να βάλουνε πόδι στον τόπο. Οι Τούρκοι θα φεύγανε που θα φεύγανε και το πρόβλημα των προκομμένων που είπες ήτανε ποιος θα ’ναι το επόμενο αφεντικό.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Είσαι αχάριστος με τους μεγάλους μας συμμάχους, που μόνο καλό έχουμε δει από δαύτους! Αίσχος!
ΡΩΜΙΟΣ: Σκασίλα μου! Για να μη σου πω και για τους κοτσαμπάσηδες, που επειδή ήτανε χειρότεροι απ’ τους μπέηδες και επειδή τρέμανε που ο επαναστατημένος λαός θα τους θέριζε, γίνανε  ένα με τις μεγάλες δυνάμεις για να τη γλιτώσουνε.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ψηλέ, από ψυχιατρείο βγήκες ή από καμιά φυλακή;
ΡΩΜΙΟΣ: Εγώ από φυλακή;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ξέρω ’γώ; Γιατί έτσι που τα λες εμένα κάτι μου θυμίζει.
ΡΩΜΙΟΣ: Κι, αυτό σου θυμίζει;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Κι αυτό.
ΡΩΜΙΟΣ: ((στους θεατές) Με τέτοια μνήμη, θα μου ανοίξει φάκελο, δεν τη γλιτώνω, (στο ρωμιάκι) Άκου δω, σκασίλα μου για το τι άλλο σου θυμίζει, εγώ μιλούσα αποκλειστικά για το Εικοσιένα!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ωραία, ας πούμε για το Εικοσιένα.
ΡΩΜΙΟΣ: Δόξα τω Θεώ.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Και πώς ν’ αρχίσουμε;
ΡΩΜΙΟΣ: Από πιο παλιά..
ΡΩΜΙΑΚΙ: Δηλαδή...;
ΡΩΜΙΟΣ: Άκου:
Ο πλούσιος έχει τα φλωριά έχει ο φτωχός τα γλέντια.
Άλλοι παινάνε τον πασά και άλλοι το βεζύρη
μα ’γώ παινάω το σπαθί το τουρκοματωμένο,
το ’χει καμάρι η λεβεντιά κι ο κλέφτης περηφάνια.
 ΡΩΜΙΑΚΙ: Κατάλαβα... Να πω κι εγώ ένα;
ΡΩΜΙΟΣ: Ξέρεις;
ΡΩΜΙΑΚΙ:
«Πώς λάμπει ο ήλιος στα βουνά, στους κάμπους το φεγγάρι;
Έτσι έτσι έλαμπε κι η Λιάκαινα στα τούρκικα τα χέρια.
Πέντε αρβανίτες την κρατούν και δέκα την ξετάζουν,
κι ένα μικρό μπεόπουλο κρυφά την κουβεντιάζει.
—Λιάκαινα, δεν παντρεύεσαι, δεν παίρνεις Τούρκον άντρα,
να σ’ αρματώσει στο φλωρί, μες στο μαργαριτάρι;
—Κάλλιο να δω το αίμα μου τη γης να κοκκινίσει
παρά να ιδώ τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήσει»...
Σου άρεσε...;
ΡΩΜΙΟΣ: ΓΙολύ.
ΡΩΜΙΑΚΙ: (με πολλή συγκίνηση) Κι εμένα...!
ΡΩΜΙΟΣ: Έλα τώρα, μη στενοχωριέσαι! Τώρα τα παλιά βάσανα τελειώσανε, ήρθε ο Καποδίστριας!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ααα...!
ΡΩΜΙΟΣ: Πάει ο Καποδίστριας... Τώρα έρχεται ο Όθωνας!
ΡΩΜΙΑΚΙ: (όλο χαρά) Ο ΌΘωνας και η Αμαλία μας!
ΡΩΜΙΟΣ: Μόνο ο Όθωνας, η Αμαλία μας θά ’ρθει αργότερα.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Έτσι μπράβο, να χουμε κι εμείς ένα δικό μας βασιλιά, να μην περιμένουμε όλο από τους ξένους! Γιατί άμα δεν έχεις νύχια να ξυστείς …..
Καλά δε λέω;
ΡΩΜΙΟΣ: Σοφά, μόνο που κι αυτόν οι ξένοι μάς τα διάλεξαν...!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ε, άσ’ τους να διαλέγουνε, ξέρουν αυτοί έχουνε πείρα οι άνθρωποι...
ΡΩΜΙΟΣ: Έλα, πάμε τώρα... Πω, πω, πω, τι κόσμο! μαζεύεται για την υποδοχή του Όθωνα...! Κ είναι όλοι δακρυσμένοι απ’ τη συγκίνηση...
ΡΩΜΙΑΚΙ: Μήπως εγώ δεν κλαίω από χαρά...;
ΡΩΜΙΟΣ: Μάλιστα...
(.Στη σκηνή της υποδοχής του Όθωνα ακούγεται το παρακάτω τραγούδι που το λένε ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ κι ο λαός του έργου.)
ΑΝΑΠΛΙ
Τρία καράβια φέρανε ξανθό κρασί στ’ Ανάπλι.
Καράβια δώστε μου ξανθό κρασί να ξεδιψάσω.
Φέρε την κούπα τη χρυσή και τ αργυρό λαγήνι.
Πίνω απ’ την κούπα τη χρυσή και μέθυσεν η κούπα.
 Απ’ το λαγήνι ξεδιψώ, μεθάει και το λαγήνι.
Γνέφω του Ήλιου του καλού να πιει να ξεδιψάσει.
Πίνει κι ο Ήλιος ο καλός, ζαλίζεται και πέφτει.
Πάω στο λιβάδι για χορό, χορεύει το λιβάδι.
Κι ένα πουλί, μικρό πουλί, κρυφολαλεί και λέει:
Στη γης αδειάστε το κρασί και σπάστε το λαγήνι,
 να δροσιστεί κι η Κλεφτουριά που ξάπλωσε στα χόρτα,
χωρίς χεράκια για να πιει, πόδια για να χορέψει!
(Από την εσωτερική σκηνή αρχίζει να περνά λαός καί να πηγαίνει προς την εξωτερική σκηνή. Το πέρασμα αυτό είναι ένα πανηγύρι χαράς. Οι καπετάνιοι φορούν τις καλές τους φορεσιές. Τ’ άρματά τους είναι γυαλισμένα. Ανάμεσα στο λαό, οργανοπαίχτες και παλικάρια που πηγαίνουν για την υποδοχή του βασιλιά χορεύοντας καθ’ οδόν.
Όργανα και τραγούδια ακούγονται κι από άλλες μεριές σαν από παράλληλους δρόμους που οδηγούν στο ίδιο μέρος. Περνούν επίσης κάποιοι που φορούν τα ευρωπαϊκά της εποχής κι έχουν και κάποια παράσημα στο στήθος. Περνούν ακόμη Αγγλογάλλοι αξιωματικοί με φανταχτερές στολές. Ένας καπετάνιος που είναι μεθυσμένος και παραπατά. Ένας άλλος με ευρωπαϊκά που είναι αισθητά γελοίος. Ένας γέροντας και μια γερόντισσα ακολουθούν καθυστερημένοι. Ένας παπάς με αγιαστούρα.
Όταν η αίσθηση από το γιορταστικό αυτό πέρασμα ολοκληρωθεί και το πλήθος συγκεντρωθεί στην εξωτερική σκηνή, τα όργανα και τα τραγούδια σκεπάζονται από χαιρετιστήριες κανονιές και ιαχές. Όταν κι αυτά κορυφωθούν, ακολουθεί μια μικρή παύση αναμονής... και την παύση ακολουθεί ένας χείμαρρος από ομιλίες στα γερμανικά. Περνά απ’ όλα τα μεγάφωνα και κυκλώνει την αίθουσα. Ταυτόχρονα το πλήθος στρέφει αργά το κεφάλι με θαυμασμό και προσδοκίες προς την εσωτερική σκηνή, όπου oι Βαυαροί αξιωματούχοι στήνουν ένα ομοίωμα, τον Όθωνα. Στο στήσιμο παραστέκουν οι πρέσβεις των δυνάμεων.
Από τους καλεσμένους στο παλάτι ελάχιστοι είναι που εκπροσωπούν τους παλιούς πολεμιστές. Όσο για το λαό, αυτός έχει κρατηθεί απέξω.
Ακούγονται εμβατήρια από τις συμμαχικές στρατιωτικές μπάντες. Το πλήθος παρα-κολουθεί πάντα με την ίδια έκσταση. Όταν το στήσιμο του Όθωνα ολοκληρωθεί, ο με-θυσμένος καπετάνιος ξεβγαίνει μερικά βήματα μπροστά και λέει φωναχτά...)
Α' ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ε, βασιλέα... θεία χάρη θέλησε να μας δυναμώσει και να μας σώσει από την τυραννίαν του Σουλτάνου. Και σήμερα αξιωθήκαμεν να απολάψομεν τον βασιλέα μας. Εμείς έχομεν χρέος να σε ακούμεν και να σε φυλάμεν με την ζωήν μας και η μεγαλειότης σου βάλε τη δικαιοσύνη σου εις τα δεινά μας.

οι Πρέσβεις προχωρούν στο προσκήνιo και λένε τραγουδιστά σαν τενόροι τη όπερας.)
ΑΓΓΛΟΣ: Αγγλίααααα
 ΓΑΛΛΟΣ: Γαλλίααααα
ΡΩΣΟΣ: Ρωσίααααα
 ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΣ: Αυστρίααααα
ΑΓΓΛΟΣ: Διπλωματία
ΓΑΛΛΟΣ: Ραδιουργία
ΡΩΣΟΣ: Μηχανορραφία
 ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΣ: Ιερά Συμμαχία
Στη διάρκεια αυτή κατεβαίνουν και φωταγωγούν την εσωτερική σκηνή μεγάλοι πολυέλαιοί Τα λαϊκά όργανα αντικαθιστά μουσική για χορούς της εποχής. Γυναίκες με κρινολίνα εμφα- νίζονται. Οι αξιωματούχοι που περιστοίχιζαν τον Όθωνα κι οι άλλοι επίσημοι καλούν τις ντάμες κι αρχίζουν να χορεύουν. Κάπου στέκουν μόνο καπετάνιοι και κοιτάζουν τους χορευτές. Ο λαός βουβά, αρχίζει να φεύγει.
Καθώς όμως φεύγει, αφήνει πίσω -σαν σημάδια- καπετάνιους και παλικάρια. Έτσι, όταν οι πολλοί έχουν φύγει πια, έχουν μείνει κατά μήκος του «δρόμου» έξι-οχτώ απ’ αυτούς. Στέκουν σκόρπια και μάλλον συλλογισμένοι. Ο μεθυσμένος καπετάνιος κι ένας άλλος στέκουν κοντά στην κεντρική σκηνή.
Από το παλάτι βγαίνουν ένας ΒΑΥΑΡΟΣ αξιωματούχος κι ένας Έλληνας ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ντυμένος φράγκικα. Χαιρετούν με κούνημα του κεφαλιού τους δυο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥΣ κι έρχονται στην κεντρική σκηνή. Οι δυο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΙ τούς παρακολουθούν με το βλέμμα.
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ νεύει στον Α' ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ να πάει κοντά τους. Οι ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΙ όμως δεν καταλαβαίνουν και ρωτάνε με νόημα «εγώ;» Αυτός με τα φράγκικα δείχνει ποιον απ’ τους δυο εννοεί προσθέτοντας το σήμα «έλα εδώ!». Οι ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΙ όμως πάλι τα μπερδεύουν και κινούν κι οι δυο κατά κει. Ο άλλος τους νεύει «όχι, λάθος»... «εσύ ο από δω, κόπιασε!». Ο Α' ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, απορημένος και κοιτάζοντας μια το σύντροφό του μια αυτούς που τον καλούν, τους πλησιάζει...
Μόλις αρχίσει η κουβέντα, η μουσική στις δυο άλλες σκηνές σταματά κι ο χορός συνεχίζεται στα βουβά.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Είμεθα απεσταλμένοι του βασιλέως!
(Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ξεσπά σ’ ανοιχτόκαρδο γέλιο, στρέφει προς το παλάτι και φωνάζει)
Α'ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Δεν πειράζει, γιε μου! Σήμερα είμαστε ούλοι μεθυσμένοι από χαρά. Μέσα στην παραζάλη ούλοι κάνομε λάθη! Μιλημένα συχωρεμένα!...
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Άκουσέ μας τώρα...
Α'ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι ν’ ακούσω;...
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ο βασιλέας ερωτά τι χάρη θέλεις να σου κάμει;
Α'ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: ...Ρωτάει εμένα;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Τι χάρη θέλεις απ’ τη μεγαλειότητά του;
Α'ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: ...Τι πάει να πει χάρη;
γραμματέας: Εύνοια.
Α'ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: ...Τι πάει να πει εύνοια;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ρουσφέτι.
Α ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: ...Ρουσφέτι; Γιατί να μου κάνει ρουσφέτι;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Γιατί να μη σου κάνει;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: ...Σε ποιον άλλον θα κάνει;
 ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Εσένα μου ’πε να ρωτήσω!
 ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: ...Και γιατί μονάχα εμένα;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Θα ’χει το λόγο του!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: ...Και όλοι οι άλλοι;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Άσε τους άλλους, καπετάνιο!
ΚΑΠΕΤΑΝΙ0Σ: (άγρια) Δε μου τα λες καλά, γραμματικέ!
(Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ κάτι λέει στ’ αυτί τον ΒΑΥΑΡΟΥ.)
ΒΑΥΑΡΟΣ: Ντας ιστ ντοχ κάινε αντβόρτ! (τώρα λέει κι αυτός κάτι στ’ αντί τον γραμματέα)
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: (στον καπετανιο) Θέλεις νά ’ρθεις στο παλάτι να χορέψουμε;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (σταυροκοπιέται έκπληκτος) Εμείς περιμέναμε το βασιλέα να ’ρθεί να χορέψει το δικό μας χορό, όχι εμείς τον εδικό του.
(Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ κάτι λέει στ’ αντί τον βαυαρού. Κινούν κι οι δυο βιαστικά για την εσωτερική σκηνή ενώ ταυτόχρονα η μουσική ξανακούγεται.
Οι ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΙ στο δρόμο ανταλλάσσουν ματιές ως τη στιγμή που απ’ το παλάτι ξαναβγαίνουν ο βαυαρός κι ο γραμματέας μ’ άλλους μαζί - τόσους ώστε ν’ αντιστοιχούν από ένας σε κάθε καπετάνιο. Όταν αυλικοί σταθούν απέναντι στους συνομιλητές τους, η μουσική σταματά κι όσοι απόμειναν στο παλάτι χορεύουν πάλι στα βουβά. Ο διάλογος που ακολουθεί λέγεται ομαδικά ανάμεσα σε ΑΥΛΙΚΟΥΣ και ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥΣ.)
ΑΥΛΙΚΟΣ: Είμαι απεσταλμένος του βασιλέως.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ο Θεός να του δίνει χρόνια.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Ο βασιλέας ξέρει πόσες θυσίες έκαμες για την πατρίδα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όλοι το ίδιο εκάναμε.
 ΑΥΛΙΚΟΣ: Εκείνος μου είπε για σένα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όλοι αγωνιστήκαμε για ελευθερία.
 ΑΥΛΙΚΟΣ: Τι χάρη θέλεις να σου κάμει;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι θα πει χάρη;...
ΑΥΛΙΚΟΣ: Αυτό να πω στο βασιλιά;
Α ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Να πεις στο βασιλέα και στους συμβούλους του ότι καμιά χάρη ατομική δε θέλω. Ότι τώρα που οι θυσίες κι οι αγώνες των Ελλήνων ανθίσανε, τον καρπό θέμε να τον χαρούμεν όλοι μαζί. Ότι όλοι μαζί αγωνιστήκαμε και τα βραβεία της ελευθερίας δεν πρέπει να τα κάμει ρουσφέτι.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Α δεν είσαι συ, θα ’ναι άλλος.
Α'ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ας είναι άλλος, εγώ να μην είμαι!
(Οι γραμματικοί αρχίζουν να τρέχουν σαν κουρδισμένοι πάνω κάτω στο δρόμο, αλλάζουνε συνομιλητή και ξαναρχίζουν.)
ΑΥΛΙΚΟΣ: Μπορεί ο βασιλιάς να σου ’χει εμπιστοσύνη;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Αυτό ας το σκεφτεί ο ίδιος!
ΑΥΛΙΚΟΣ: Ό,τι σου πω μπορεί να μείνει μεταξύ μας;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ο βασιλέας μού το ζητά ή εσύ;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Εκείνος, εμείς είμεθα η φωνή του.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και τι θέλει;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Μάθε λοιπόν ότι είσαι στον κατάλογο!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ποιον κατάλογο;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Κι από τους πρώτους μάλιστα επάνω επάνω!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και τι θα πει που είμαι στον κατάλογο;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Όλα τα δάχτυλα του χεριού είναι ίδια;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όχι.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Αν δεν το νιώσετε αυτό, χαθήκαμε.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι δηλαδή να νιώσουμε;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Πρέπει να ξεχωρίσετε οι καλύτεροι!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Θα γίνει αδικία μεγάλη!
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τα πράματα είναι απλά, καπετάνιο.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όλοι ήταν άξιοι, όλοι αγωνιστήκανε!...
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τώρα δε θέμε παλικάρια! Τα παλικάρια χωρίς όπλα είναι άχρηστα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι λες, ρε γραμματέα...
ΑΥΛΙΚΟΣ: Για να μην πω και τα χειρότερα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ποια δηλαδή;...
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τώρα θέμε μυαλά! Κράτος! Οργάνωση! Διοίκηση.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ποιος λέει όχι;...
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τώρα το πρόβλημα είναι, καπετάνιο, πώς να τους πάρουμε τα όπλα! Πώς να μην έχουμε πια παλικάρια!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Εεε;...
ΑΥΛΙΚΟΣ: Και μόνο εσύ μπορείς να το πετύχεις! Αλλιώς θα σφάξουμε ο ένας τον άλλο!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Θεός φυλάξοι!
ΑΥΛΙΚΟΣ: Ο βασιλιάς χρειάζεται έμπιστους δικούς του ανθρώπους, μυαλωμένους, άξιους, πατριώτες, τίμιους, ικανούς, γενναίους...
ο Α ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ βουτά τον αυλικό που του μιλά απ’ το λαιμό και πάει να τον πνίξει.)
ΑΥΛΙΚΟΣ: Βοήθεια!
(Η μουσική σταματά. Απ ’ το παλάτι, στρέφουν όλοι να κοιτάξουν έξω. Ο Α' ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ρίχνει χάμω τον ΑΥΛΙΚΟ. Πανικόβλητος κι αυτός κι οι άλλοι αυλικοί καταφεύγουν τρέ- χοντας στο παλάτι. Στο δρόμο μένουν μόνο οι καπετάνιοι. Ο Α' ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ οργώνει σαν μανιασμένος το δρόμο και φωνάζει...)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όλοι μαζί Έλληνες!... Αυτοί πάνε να μας διαλύσουνε... Αυτοί δεν ήρθανε να μας κυβερνήσουνε με δικαιοσύνη αλλά με τη διχόνοια... Κι όταν μας βοηθούσανε να λευτερωθούμε άλλα είχανε στο νου τους!... Μας δώσανε όπλα να λευτερωθούμε μα τώρα που λευτερωθήκαμε δε μας θένε ελεύτερους... Μας φοβούνται ελεύτερους! Τι έχουνε κατά νου και μας φοβούνται;...
(Σκοτάδι.)
(…)













ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ (ΑΛΛΗ ΣΚΗΝΗ)
Το ΡΩΜΙΑΚΙ περνά τυχαία και ξαφνιάζεται όταν ακούει...
ΑΓΑΛΜΑ: Ε, συ!...
[Το ΡΩΜΙΑΚΙ ψάχνει να δει ποιος μίλησε.)
ΑΓΑΛΜΑ: Έι ...εσένα μιλάω!...
[Το ΡΩΜΙΑΚΙ συνεχίζει να ψάχνει.)
ΑΓΑΛΜΑ: Από δω γύρνα...
[Το ΡΩΜΙΑΚΙ καταλαβαίνει πως η φωνή είν’ απ’ το άγαλμα και παγώνει.)
ΑΓΑΛΜΑ: Θα μου κάνεις μια χάρη;...
ΡΩΜΙΑΚΙ: Αμ... αμ... η... ο...
ΑΓΑΛΜΑ: Κουφάλαλο είσαι, βρε κακόμοιρο;...
ΡΩΜΙΑΚΙ: Όι... άι... ηηη
 ΑΓΑΛΜΑ: Τότε γιατί δε μου αποκρίνεσαι;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Μι... μι... μι... μιλάς;
ΑΓΑΛΜΑ: Εγώ μιλώ, εσύ τι έχεις και δε μιλάς;
 ΡΩΜΙΑΚΙ: Μπο-μπο... μπορείς;
ΑΓΑΛΜΑ: Τώρα μπορώ! Άλλοτε δεν μπορούσα...
 ΡΩΜΙΑΚΙ: Μα... μα... μα... είσαι...
ΑΓΑΛΜΑ: Δίκιο έχεις. Δε μοιάζω και πολύ έτσι που με καταντήσανε αλλά, αν με καλοπροσέξεις, εγώ είμαι... ο γερο-Κολοκοτρώνης. Το λοιπόν, θα μου κάνεις μια χάρη;...
ΡΩΜΙΑΚΙ: Τι... τι... τι χάρη;...
ΑΓΑΛΜΑ: Θα μου ξύσεις λίγο την πλάτη; Έχω μια φαγούρα που μ’ έχει τρελάνει!...
ΡΩΜΙΑΚΙ: Την πλάτη;...
ΑΓΑΛΜΑ: Ναι, μπράβο! Έτσι που μου ’βαλε τα χέρια αυτός ο μαγκούφης ούτε να ξυστώ δεν μπορώ...
(Το ρωμιακι πάει από πίσω για να του ξύσει την πλάτη.)
ΡΩΜΙΑΚΙ: Εδώ;
ΑΓΑΛΜΑ: Ναι, μπράβο... Αααααα. Αααααααααα. Την
ευχή μου να ’χεις... Και πιο πάνω λιγάκι... Αα- ααααα. Έτσι λοιπόν που μου ξεράνανε το χέρι το μόνο όφελος είναι που δείχνω το Πανεπιστήμιο... Εσύ που ’σαι ακόμα μικρή να μου το θυμηθείς... αυτό το παλάτι μια μέρα θα φάει το άλλο. Αααααα! Ξύσε και δεξιά μια στάλα... Έτσι... Και αριστερά λιγάκι. Έτσι μπράβο. Μόνο που δεν έχω τίποτα να σε φιλέψω.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Φτά... φτά... φτά... φτάνει;
ΑΓΑΛΜΑ: Άντε ευχαριστώ και άμα περνάς απ’ εδώ να με θυμάσαι.
(Το ρωμιακι φεύγει έντρομο τρέχοντας και πέφτει πάνω στο ΡΩΜΙΟ που έρχεται από την εξωτερική σκηνή.)
ΡΩΜΙΑΚΙ: Έλα γρήγορα... (τον τραβάει)
ΡΩΜΙΟΣ: Τι τρέχει;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Μιλάει...
ΡΩΜΙΟΣ: Ποιος μιλάει;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Δε με πιστεύεις;
 ΡΩΜΙΟΣ: Πού με πας;
ΡΩΜΙΑΚΙ:Ό... το... (τον έχει φέρει κοντά στο άγαλμα:) Μιλάει!...
ΡΩΜΙΟΣ: (ευχαριστημένος) Σοβαρά; (απλώνει το χέρι ψηλά και κάνει χειραψία με το άγαλμα) Τα σέβη μου, στρατηγέ, τι μου κάνετε;
ΑΓΑΛΜΑ: Καλώς τονε, εσύ τι μου κάνεις;
 ΡΩΜΙΟΣ: Ας τα λέμε καλά! Τι νέα έχουμε;
ΑΓΑΛΜΑ: Εγώ τι νέα να ’χω; Κάθομαι δω και φιλοσοφώ.
ΡΩΜΙΑΚΙ: (στο ρωμιό) Σε ξέρει;
ΡΩΜΙΟΣ: Είναι πολύ ωραία θέση εδώ, είναι πέρασμα.
ΑΓΑΛΜΑ: Ωραία είναι, δε λέω, κουτσοί στραβοί από δώ περνάνε! Αλλά ώσπου να συνηθίσω, -εννοώ ως άγαλμα- χρειάστηκα γαϊδουρινή υπομονή.
ΡΩΜΙΟΣ: Σοβαρά; Εγώ πάλι νόμιζα ότι θα είναι πολύ ευχάριστο.
ΑΓΑΛΜΑ: Ξέρεις τι μπούρδες ακούω όλη μέρα, το τι γέλιο κάνω δε βάνει ο νους σας. (γελάει)
ΡΩΜΙΟΣ: Χα, χα, χα, το φαντάζομαι!
ΡΩΜΙΑΚΙ: (τραβάει πιο δυνατά το σακάκι τον ρωμιού) Καλέ, από πού σε ξέρει;
ΑΓΑΛΜΑ: Εκείνον τον Καραϊσκάκη τον κάνανε άγαλμα;
ΡΩΜΙΟΣ: Νομίζω...
ΑΓΑΛΜΑ: Θα τον κάνανε, δεν μπορεί, όλους θα μας κάνουνε, δε θα τη γλιτώσει κανένας μας.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Τον κάνανε, εγώ το ’χω δει το άγαλμα.
ΑΓΑΛΜΑ: Εδώ κοντά είναι;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Δε θυμάμαι.
ΑΓΑΛΜΑ: Ε και να μπορούσε νά ’ρθει εδώ πλάι ή να μπορούσα να πάω εγώ κοντά του, τι γέλιο θακάναμε! Άκου να δείς. Όσο ζούσαμε δεν μπορώ να πω ότι τα πηγαίναμε τέλεια. Όμως τέτοιον γενναίο και χωρατατζή δεν είχαμε δεύτερο. Όχι, δεν είχαμε. Κι αν ήμασταν τώρα παρέα εδωνά, κάτι μπορούσαμε να σκαρώσουμε.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Να πάω να ψάξω να βρω πού είναι;
ΑΓΑΛΜΑ: Εσύ μου ’ξυσες την πλάτη πρωτύτερα;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Να την ξαναξύσω;
ΑΛΜΑ: Όχι... για πήγαινε στάσου πιο κει κι άμα δεις να ρχεται κανένας μίλησέ μας!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Όποιος και να ’ναι;
ΑΓΑΛΜΑ: Όποιος και να ’ναι ...(το ρωμιακι πάει, εκεί καί κρατάει τσίλιες• το άγαλμα λέει στο ρωμιό) Άκου δω τώρα εσύ που είσαι άντρας... Δεν τα πάτε καλά, καθόλου καλά...
ΡΩΜΙΟΣ: Το ξέρω!
ΑΓΑΛΜΑ: Θα το χάσετε το Σύνταγμα... θα σας το φάνε οι ίδιοι που σας το υπογράψανε...
ΡΩΜΙΟΣ: Όχι δα, στρατηγέ μου!
ΑΓΑΛΜΑ: Βρε, άκου που σου λέω. Γιατί λες πάψανε να γιορτάζουνε την 3η Σεπτεμβρίου! Το πάνε λάου λάου.
ΡΩΜΙΟΣ: Και τι λες να κάνουμε, καπετάνιο;
ΑΓΑΛΜΑ: Προς ώρας μού κάνεις εσύ μια μικρή χάρη;
ΡΩΜΙΟΣ: Όσες θέλεις!...
ΑΓΑΛΜΑ: Να μου κατεβάσεις το χέρι... Έχω πιαστεί έτσι που μου το παλούκωσε αυτός ο κερατάς.
ΡΩΜΙΟΣ: Ευχαρίστως! Μικρή, έλα δώ...! (ευχαριστημένος) Θα του κατεβάσουμε το χέρι!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Κύριε στρατηγέ, συμφωνείτε που θέλει σας κατεβάσει το χέρι;
ΑΓΑΛΜΑ: Εγώ του το είπα...
ΡΩΜΙΑΚΙ: Άμα του το είπατε σεις εντάξει. Γιατί αυτός -εσείς δεν τον ξέρετε καλά- όλο πρωτοβουλίες είναι ώσπου να βρούμε κανέναν μπελά.
ΑΓΑΛΜΑ: Βρε Έλληνες, δυο είστε και διαφωνείτε;
ΡΩΜΙΟΣ: Πιάσε γερά το στρατηγό από τη μέση και βάστα κόντρα!
ΡΩΜΙΑΚΙ: (αγκαλιάζει το ΑΓΑΛΜΑ απ’ τη μέση) Καλά είν’ έτσι;
ΡΩΜΙΟΣ: Ωραία. Στρατηγέ, κατεβάζω!
 ΑΓΑΛΜΑ: Δώσ’ του! Κι άλλο! Κι άλλο... Έλα λίγο ακόμα... Δόξα σοι ο Θεός! κουνάει ευχαριστημένος το χέρι του σαν για να το ξεμουδιάσει)
 ΡΩΜΙΑΚΙ: Και το άλλο.
ΑΓΑΛΜΑ: Το ζερβό;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Μια και αρχίσαμε... Τι ένα τι δύο!
ΡΩΜΙΟΣ: (στο ρωμιάκι) Ξαναπιάσε!
ΑΓΑΛΜΑ: Άντε μπράβο...
(Το ρωμιακι ξαναπιάνει, ο ΡΩΜΙΟΣ ετοιμάζεται να κινήσει το αριστερό χέρι.)
ΡΩΜΙΟΣ: Στρατηγέ, τραβάω!... 
ΑΓΑΛΜΑ: Τράβα και μη σε νοιάζει!... Πιο δυνατά!... Ακόμα... Ντιπ μου το ξέρανε ο κερατάς!... Τράβα!... Έτσι μπράβο. (κουνάει ευχαριστημένος και τα δυο χέρια) Τι ωραίο που είναι να χεις τα χέρια σου λυτά!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Κύριε Κολοκοτρώνη, έτσι γελαστός είσαστε πάντα;
ΑΓΑΛΜΑ: Λίγο πολύ. Αλλά αφότου πέθανα το παράκανα... Και μάλιστα με τα περασμένα ξεραίνομαι στα γέλια!...
ΡΩΜΙΑΚΙ: Περνάτε ωραία δηλαδή;
ΑΓΑΛΜΑ: Άκου να δεις. Άλλοτε τα ζούσα, τώρα τα σκέφτομαι. Άμα τα ζεις πονάς, άμα τα σκέφτεσαι γελάς.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Αυτός μου είπε ότι σας δικάσανε για προδοσία, αλήθεια είναι;
ΑΓΑΛΜΑ: Το κρύβουνε;...
PQMIAKI: Όχι... αλλά ως φαίνεται δεν το πολυλένε κιόλας! Και δε μου λέτε, γελούσατε και τότε;
ΑΓΑΛΜΑ: Λιγάκι...
PΩMIAKI: Εσείς όμως, κύριε Κολοκοτρώνη, άμα είπανε «εις θάνατο διά προδοσία», δε φαρμακωθήκατε;
ΆΓΑΛΜΑ: Όχι. Χαμογέλασα κι είπα «μνήσθητί μου, Κύριε»... Με το άλλο δε γέλασα... με κείνο φαρμακώθηκα.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Με ποιο;
ΑΓΑΛΜΑ: Που μου δώσανε χάρη.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ευτυχώς!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Κι ύστερα...
ΑΓΑΛΜΑ: Και που λες, ύστερα μου κάνανε κι ένα γλέντι στο παλάτι για να με τιμήσουνε... Με βάνει ο βασιλιάς να καθίσω πλάι του... σε μια στιγμή λέει του διερμηνέα να με ρωτήσει... «Ποια τιμή και ανταμοιβή θέλω κι ό,τι να ’ναι θα μου τις δώσει». Λες και θα τις έβγανε από τη δική του κασέλα... Κοιτάζω ένα γύρο το παλάτι... (χωρίς να το συνειδητοποιήσει ότι τα πόδια του έχουν ελευθερωθεί τα κινεί, κατεβαίνει απ’ το βάθρο και συνεχίζει την αφήγηση, ενώ ο ρωμιός και το ρωμιάκι βλέπουν πιο πολύ παρά ακούνε) Βλέπω την αλεπού το γραμματέα της Δικαιοσύνης που μου ’χε σκαρώσει την κατηγορία...Ήταν άσπρος σαν τον εγγλέζικο χασέ. Τον λυπήθηκα... Βλέπω τους εχτρούς μου του Βουλευτικού... Σφιγγόντανε σαν να πάθανε κόψιμο... Βλέπω τους Μπαβαρέζους μες στα λούσα τους... Ψευτοκάνανε τους ευχαριστημένους... Γυρίζω στο βασιλιά... Μύριζε κολώνιες... Λέω από μέσα μου «άι σιχτίρ»... Λέω με τη φωνή μου... Τι θέλω; Πες στα βιολιά να μου παίξουν ένα κλέφτικο, (ακούγεται χαμηλά ένα κλαρίνο σε κλέφτικο σκοπό) Άντε πηγαίνετε τώρα γιατί έχω να ετοιμαστώ γι’ αύριο.
ΡΩΜΙΟΣ: Αύριο; Τι θα γίνει αύριο;...
ΑΓΑΛΜΑ: Αύριο ξημερώνει πάλι 25 του Μάρτη... Θα ’ρθουνε με στεφάνια και τούμπανα... Εγώ θα ’μαι κει πάνω σαν άγαλμα... Και σαν έρθει η στιγμή να βγει μπροστά ο μαγκούφης που θα βγάλει το λόγο... «Στάσου!»... θα του πω... (Κάθε χρόνο το λόγο τον εβγάνατε εσείς!... Φέτος θα τον βγάλουμε μεις... Και πρώτα πρώτα εσύ, κύριε ρήτορα, της ημέρας... Ελόγου σου δεν είσαι που ’ριξες φυλακή το Νικηταρά;... Κρύψε τα χαρτιά σου!... Για ακούτε, βρε τωρινοί 'Ελληνες... Άμα σας φέρνουνε για παράδειγμα εμάς τους πεθαμένους, μάθετε να ξεχωρίζετε με ποια πονηριά σάς το λένε... Κι άμα σας λένε για την ελευθερία που πολεμήσαμε, να τη βλέπετε πρώτα αν έχει τέσσερα μάτια. Δυο μάτια για να βλέπει τον Τούρκο και δυο πίσω, να βλέπει εκείνον που θέλει να φύγει ο Τούρκος για να γινεί αφέντης ατός του! Προσέχετε, Έλληνες κι αν θέτε στα  αλήθεια να τιμήσετε εμάς τους παλιούς, μη μας τηράτε πλέον. Κάμετε το δικό σας δρόμο, πάτε μπροστά και λησμονήστε μας! Εμάς το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε και δε μοιάζει με το δικό σας. Μη σας λένε πως εμείς, αγράμματοι, μ ένα ξεροκόμματο και με την πίστη στο Χριστο κάναμε θάματα!... Πού σαι, ορέ Καραϊσκάκη. να τα πεις καλύτερα!...
«Εμείς επολεμήσαμε για να ’χετε σεις τα γράμματα και το ψωμί που δεν είχαμε και να μη χρειάζεστε θάματα για να ζήσετε ζωή ανθρωπινή... Έι, Παπαφλέσσα, σήκω κι έλα βοήθα. Αφήστε το δικό μας αγώνα και κοιτάτε το δικό σας... Πού είναι η 3η του Σεπτέμβρη;... Πού είναι το Σύνταγμά σας;... Ο Σεπτέμβρης είναι παιδί του Μάρτη κι εσείς παιδιά δικά μας.
Οι πεθαμένοι με τα πεθαμένα κι οι ζωντανοί με τα ζωντανά... Εμείς τι άλλο να θέμε;... Πού είσαι, Καρα'ί'σκο!... Φλέσσα!... Αντρούτσο... Έμπα μπροστά, γερο-Πλαπούτα... Άι μπράβο... παίξτε μας ένα τσάμικο...»
(Το κλαρίνο δυναμώνει και χορεύει για λίγο μοναχικά στο φως που χαμηλώνει.)

ΤΕΛΟΣ





Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Δημοτικό τραγούδι




Από την ανθολογία του δημοτικού τραγουδιού του Νικόλαου Πολίτη (1914)
ΦΥΛΛΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΤΟ ΚΡΟΥΣΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΡΙΑΝΟΠΟΛΗΣ
(1361)

[Το άσμα περί της δηώσεως της Αδριανουπόλεως δημοσιευθέν το πρώτον υπό του Άγγλου Pashley τω 1837, όστις ήκουσεν αυτό εν Κρήτη, δεν αναφέρεται πάντως εις την κατάληψιν της πόλεως κατ’ Αύγουστον του 1829 υπό των Ρώσων, ήτις άλλως εγινεν αμαχητί και εθεωρήθη ως λύτρωσις από του τουρκικού ζυγού. Ίσως διεκτραγωδεί την άλωσιν υπό του Αμουράτ κατά το 1361, ης προηγήθη κατά το 1355 η δήωσις υπό των συμμάχων του βασιλέως Καντακουζηνού Τούρκων. Τότε θα διετηρείτο ακόμη νωπή η μνήμη των αλλεπαλλήλων αλώσεων και καταστροφών της πρώτης μετά την Κωνσταντινούπολιν πόλεως της Θράκης κατά τας αρχάς του ΙΓ' αιώνος υπό των Φράγκων, Βουλγάρων και Ελλήνων, αφού μάλιστα τρεις τούτων έγιναν εντός δύο ετών. Επειδή δε σχεδόν άνευ εξαιρέσεως τα ιστορικά άσματα είναι σύγχρονα των γεγονότων, το άσμα τούτο δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως το παλαιότατον των ιστορικών δημοτικών ασμάτων μας].

Ταηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,
κλαίγουν την Αντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,
οπού τήνε κρουσέψανε τις τρεις γιορτές του χρόνου,
του Χριστουγέννου για κηρί, και του Βαγιού για βάγια,
και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός ανέστη.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1)      Σε ποιο γεγονός αναφέρεται το τραγούδι και σε ποια κατηγορία εντάσσεται ανάλογα με το θέμα του;
2)      Ποια στοιχεία μορφικά συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως παραδοσιακού ποιήματος;
3)      Στις τεχνικές του δημοτικού τραγουδιού συγκαταλέγονται το στοιχείο της υπερβολής και του αδυνάτου και ο αριθμός τρία και τα πολλαπλάσιά του. Τα ανιχνεύετε στο ποίημα;



Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΙΤΗ

Ως έτρωγα κι' ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα,
ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη,
κ' εμένα ο νους μου τό βαλε, παντρεύουν την καλή μου,
με κάποιον άλλον τη βλογούν κ' εκείνη δεν τον θέλει,
παντρευαρραβωνιάζουν την κ' εμένα μ' αστοχούνε.
Περνώ και πάω 'ς τους μαύρους μου, τους εβδομηνταπέντε.
"Μαύροι μου ακριβοτάγιστοι και μοσκαναθρεμμένοι,
ποιος ειν' αψύς και γλήγορος, να τον καβαλλικέψω,
ν' αστράψη 'ς την ανατολή και να βρεθή 'ς τη δύση;"

Οι μαύροι μου όσοι τάκουσαν ούλοι βουβοί απομείναν,
κι' όσαις φοράδες τάκουσαν έρρηξαν τα πουλάρια,
κ' ένας γρίβας παλιόγριβας, σαρανταπληγιασμένος,
κείνος απολογήθηκε, γυρίζει και μου λέει.
"Εγώ είμαι αψύς και γλήγορος να πάγω όθε κι' αν είναι.
Οπού είναι γάμος και χαρά πάνε τα νια μουλάρια,
οπού είναι πόλεμος φρικτός παίρνουν εμέ το γέρο.
Εγώ είμαι γέρος κι' άχαρος, ταξίδια δε μου πρέπουν,
μα για χατίρι της κυράς να μακροταξιδέψω,
οπού μ' ακριβοτάγιζε 'ς το γύρο της ποδιάς της,
κι' οπού μ' ακριβοπότιζε 'ς τη χούφτα του χεριού της.
Μόν' δέσε το κεφάλι σου με δυο με τρία μαντήλια,
και σφίξε τη μεσούλα σου με δυο με τρία ζουνάρια,
να μη σε φάη η βουή και ντραλιστής και πέσης.
Και μη σε πάρη κουρτεσιά και βάλης φτερνιστήρι,
και θυμηθώ τη νιότη μου και κάμω σαν πουλάρι,
και σπείρω τα μυαλούδια σου 'ς εννιά μοδιώ χωράφι."

Στρώνει γοργά το μαύρο του, γοργά καβαλλικεύει.
Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλλια,
και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε.
'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει.
"Θέ μου να βρω τον κύρη μου 'ς ταμπέλι να κλαδεύη."
Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη,
κι' απάντησε τον κύρη του, που κλάδευε 'ς ταμπέλι.
"Καλώς τα κάνεις, γέροντα, το τίνος είν' ταμπέλι;
-Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου.
Σήμερα της καλίτσας του της δίνουν άλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.
-Παρακαλώ σε, γέροντα, αλήθεια να με δώσης,
τάχα θα φτάσω 'ς τη χαρά, θα φτάσω και 'ς το γάμο;
-Αν έχης μαύρο γλήγορο 'ς σπίτι τους προφτάνεις,
κι' αν είν' οκνός ο μαύρος σου 'ς την εκκλησιά τους βρίσκεις."
Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια,
και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε.
'Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει.
"Θε μου να βρω τη μάννα μου 'ς τον κήπο να ποτίζη!"
Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη,
κ'ευρήκε τη μαννούλα του που πότιζε τον κήπο.
"Ώρα καλή, γερόντισσα, το τίνος ειν' ό κήπος;
-Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου
που σήμερα η γυναίκα του θα πάρη νάλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.
-Πες μου να ζης, γερόντισσα, φτάνω κ' εγώ 'ς το γάμο;
-Αν εχης μαύρο γλήγορο, 'ς το σπίτι τους προφτάνεις,
κι' αν ειν' οκνός ο μαύρος σου, 'ς την εκκλησιά τους βρίσκεις."

Δίνει του μαύρου του βιτσιά 'ς τη χώρα κατεβαίνει.
Εκεί σιμά, εκεί κοντά 'ς το σπίτι του να φτάση,
ο μαύρος του χλιμίντρισε κ' η κόρη αναστενάζει.
"Τι έχεις, κόρη μ', και θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις,
τα ρούχα σου δεν είν' καλά, ή τα φλωριά σου λίγα;
-Φωτιά να κάψ' τα ρούχα σου και λάβρα τα φλωριά σου,
τι ο μαύρος που χλιμίντρισε σαν του καλού μου μοιάζει.
-Αν ειν' ο πρώτος άντρας σου να βγω να τον σκοτώσω.
-Δεν ειν' ο πρώτος άντρας μου να βγής να τον σκότωσης,
μόν' είν' ο πρώτος μου αδερφός, μου φέρνει τα προικιά μου.
-Αν είν' ο πρώτος σου αδερφός, έβγα να τον κέρασης."
Χρυσό ποτήρι νάρπαξε να βγή να τον κεράση.
"Δεξιά μου στέκα, λυγερή, ζερβά μου πέρνα, κόρη."
Το μαύρο του χαμήλωσε κ' η κόρη απάνω ευρέθη.
Βγάλλει και το χρυσό σπαθί και ταργυρό μαχαίρι,
δίνει του μαύρου του βιτσιά κ' επήρε χίλια μίλλια,
μηδέ το μαύρον είδανε, μήτε τον κορνιαχτό του.
Οπού είχε μαύρο γλήγορο νείδε τον κορνιαχτό του,
κι' οπού είχε μαύρο κ' είν' οκνός, μηδέ τον κορνιαχτό του.



Χήρας υγιός λατρεύει τριά καλά άλογα,
το Γρίβα και το Μαύρη και τον Πέπανο,
το Γρίβα για καβάλλα και για λεβεντιά,
τον Πέπανο για μάτια και ξανθά μαλλιά,
το Μαύρη για σεφέρι και για πόλεμο.

Μα πήγε 'ς το σεφέρι κ' ήρθεν αδειανό,
και ο Γρίβας το μαλώνει και ο Πέπανος.
"Βρε πού είναι, μωρέ Μαύρη, πού είναι ο αφέντης μας,
πού πήγες 'ς το σεφέρι κ' ήρθες αδειανός;
-Αφήστε να σας είπω τα τραγούδια μου
και το μεγάλο πόνο της καρδούλας μου.
Ωσάν επολεμούμε 'ς το ρημόκαστρο,
έκαμα να περάσω πο τον πόταμο,
κοπήκανε οι σέλλαις και οι σκαλωσιαίς,
και πήρε τον αφέντη κ' ήρθα ναδειανό."

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1)      Σε ποιο γεγονός αναφέρεται τοτραγούδι και σε ποια κατηγορία εντάσσεται ανάλογα με το θέμα του;
2)      Ποια στοιχεία μορφικά συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως παραδοσιακού ποιήματος;
3)      Στις τεχνικές του δημοτικού τραγουδιού συγκαταλέγονται το στοιχείο της  δραματικότητας και της υπερβολής. Τα ανιχνεύετε στο ποίημα;



ΤΩΝ ΚΛΕΦΤΩΝ
(1804)

[Ότε ο Αλή πασάς διωρίσθη αρχιστράτηγος της Ρούμελης ("Ρούμελη βαλεσή) διέβη περί τα τέλη του θέρους του 1804 εξ Ιωαννίνων εις Μακεδονίαν, άγων στρατιάν πεντακισχιλίων Αλβανών ήτις καθ' όσον επροχώρει εξωγκούτο. Κατεδίωξε δε πάντας τους ανυποτάκτους Αλβανούς και Τούρκους ληστάς και αντάρτας, καθυποτάσσων ή αποκτείνων αυτούς. Τότε κατεδιώχθησαν απηνώς και οι Έλληνες κλέφται, τα δ' επόμενα άσματα αναφέρονται εις την καταδίωξιν εκείνην.]

Α'

Τούτο το καλοκαίρι και την άνοιξη
άσπρα χαρτιά μας γράφουν, μαύρα γράμματα.
"Όσοι κι' αν είστε κλέφταις 'ς τα ψηλά βουνά,
όλοι να κατεβήτε απ' τον Όλυμπο,
να προσκυνήσετ' όλοι τον Αλή πασά."
Δυο παλληκάρια μόνο δεν προσκύνησαν.
Επήραν τα τουφέκια, τα λαμπρά σπαθιά,
και 'ς τα βουνά ανεβαίνουν, τρέχουν 'ς την κλεφτιά.
Β'
Οι κλέφταις επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι’ άλλοι φυλάγουν πρόβατα κι' άλλοι βοσκούνε γίδια,
κ' ένα μικρό κλεφτόπουλο δε θέ να προσκύνηση.
Το πλάγι πλάγι πήγαινε, τον ταμπουρά λαλούσε.
"Εγώ ραγιάς δε γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω,
δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτσαμπασήδες,
μόν' καρτερώ την άνοιξη, να ρθούν τα χελιδόνια,
να βγουν οι βλάχαις 'ς τα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλαις."
Γ’
Θέλω να πάρω ανήφορο, να πάρω ανηφοράκι,
να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,
να γείρω ν'άποκοιμηθώ, γλυκόν ύπνο να πάρω.
Μαϊδέ έγειρα, ιδέ επλάγιασα, μαϊδέ τον ύπνο πήρα,
κι’ ακώ τα πεύκα να βογγούν και τοις οξυαίς να τρίζουν,
κι' ακώ μιας πέρδικας λαλιά, μιας αηδονολαλούσας,
και το λεγε λυπητερά σα μαύρο μοιρολόγι.
"Το τι έχεις, περδικούλα μου, και κλαις κι' αναστενάζεις;
μην είν' ταυγά σου μελανά και τα πουλιά σου μαύρα;
-Δεν είν' ταυγά μου μελανά και τα πουλιά μου μαύρα,
μον' κλαίω για την κλεφτουριά, για τους καπεταναίους,
που τους χαλάει ο Αλή πασάς 'ς τα Γιάννενα, 'ς τη λίμνη."


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1)      Σε ποιο γεγονός αναφέρεται το τραγούδι και σε ποια κατηγορία εντάσσεται ανάλογα με το θέμα του;
2)      Ποια στοιχεία μορφικά συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως παραδοσιακού ποιήματος;
3)      Στις τεχνικές του δημοτικού τραγουδιού συγκαταλέγονται το στοιχείο της υπερβολής και του αδυνάτου και της δραματικότητας. Τα ανιχνεύετε στο ποίημα;




Η ΜΑΓΙΣΣΑ

[Το τραγούδι της μάγισσας είναι αλληγορικόν. Μόνον ανεξήγητος δύναμις, εξ υπερφυσικής ενεργείας προερχομένη, είναι ικανή να κρατήση τον ξενιτευμένον επϊ πολύν χρόνον μακράν του τόπου του και να διάρρηξη τους ισχυρούς δεσμούς της στοργής προς την οικογένειάν του. Και παρίσταται ούτος ματαίως αγωνιζόμενος να υπερνίκηση τα παρεμβαλλόμενα εις την εκπλήρωσιν του πόθου της επανόδου εμπόδια και υφιστάμενος μετά δυσφορίας την επήρειαν της δυνάμεως εκείνης. Αι γοητείαι, τας οποίας ευρίσκει εις την ξενιτειάν, τον δεσμεύουν εις αυτήν, Αλλ' όμως είναι ανίσχυροι να εμβάλουν εις αυτόν την λήθην προσφιλών υπάρξεων, και η διάνοιά του είναι πάντοτε προς ταύτας εστραμμένη. Ούτω και τον ομηρικόν Οδυσσέα, κατέχουσα εις την νήσον της έθελγεν η νύμφη Καλυψώ "μαλακοίσι και αιμυλίοισι λόγοισιν όπως Ιθάκης επιλήσεται", ενώ εκείνος επόθει "και καπνόν αποθρώσκοντα νοήσαι ης γαίης."

Αλλ' όταν μετά μακροχρόνιον εγκατάλειψιν επανέλθη ο ξενιτευμένος εις τους κόλπους της οικογενείας του, το τραγούδι διασκευάζεται άλλως. Μία παραγγελία, εις τρυφερός λόγος της έγκαταλελειμμένης καλής του, φθάνει εις τας ακοάς αυτοϋ, και έχει την δύναμιν να διαλύση τα μάγια και να τον επαναφέρη εις την πατρίδα.]

Μαύρα μου χελιδόνια απ' την έρημο,
κι' άσπρα μου περιστέρια της ακρογιαλιάς,
αυτού ψηλά που πάτε κατ' τον τόπο μου,
μηλιά χω 'ς την αυλή μου και κονέψετε,
και πητε της καλής μου, της γυναίκας μου:
Θέλει καλόγρια ας γίνη, θέλει ας παντρευτή,
θέλει τα ρούχα ας βάψη, μαύρα να ντυθή,
να μη με παντυχαίνη, μη με καρτερή.
Τι εμένα με παντρέψαν δω 'ς την Αρμενιά,

και πήρα Αρμενοπούλα, μάγισσας παιδί,
οπού μαγεύει τάστρη και τον ουρανό,
μαγεύει τα πουλάκια και δεν απετούν,
μαγεύει τα ποτάμια και δεν τρέχουνε,
τη θάλασσα μαγεύει και δεν κυματεί,
μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν,
μαγεύει με κ' εμενα και δεν έρχομαι.
Όντας κινάω για νά ρθω, χιόνια και βροχαίς,
κι' όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.
Σελλώνω τάλογό μου, ξεσελλώνεται,
ζώνομαι το σπαθί μου και ξεζώνεται,
πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1)      Σε ποιο γεγονός αναφέρεται τοτραγούδι και σε ποια κατηγορία εντάσσεται ανάλογα με το θέμα του; 
2)      Ποια στοιχεία μορφικά συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως παραδοσιακού ποιήματος;3)      Στις τεχνικές του δημοτικού τραγουδιού συγκαταλέγονται το στοιχείο της δραματικότητας και τα εξωλογικά στοιχεία. Τα ανιχνεύετε στο ποίημα;



ΤΟΥ ΚΥΡ ΒΟΡΙΑ

[Το τραγούδι του κυρ Βοριά είναι κατ' αλήθειαν μοιρολόγι και δια τούτο πολλάκις λέγεται εις τα μνημόσυνα ναυαγησάντων ναυτικών. Φέρονται τρεις τύποι αυτού. Κατά τον πρώτον, ο Βοριάς βυθίζει πλοίον αψηφίσαν την ορμήν αυτού. Κατά τον δεύτερον, βυθίζει πλοίον, του οποίου επέβαινεν Εβραίος ευχηθείς να γίνη χριστιανός, αλλά μετανοήσας και εμμείνας εις την θρησκείαν του, ότε ενόμισεν ότι απέφυγε τον κίνδυνον του ναυαγίου. Και κατά τον τρίτον, επιχωριάζοντα εν Κρήτη και Καρπάθω, τιμωρείται υπό του Βοριά βοσκός περιφρονήσας αυτόν.]

Ο κυρ Βοριάς παράγγειλε νούλω των καραβιώνε.
"Καράβια π' αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε,
εμπάτε 'ς τα λιμάνια σας, γιατί θε να φυσήξω,
ν' ασπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρυαίς βρυσούλαις,
κ' οσά βρω μεσοπέλαγος, στεργιάς θε να τα ρήξω.
" Κι' όσα καράβια τ' άκουσαν, όλα λιμάνι πιάνουν,
του κυρ Αντριά το κάτεργο μέσα βαθιά αρμενίζει.
"Δε σε φοβούμαι, κυρ Βοριά, φυσήσης δε φυσήσης,
τι έχω καράβι από καρυά και τα κουπιά πυξάρι,
έχω κι' αντέναις προύτζιναις κι' ατσάλενα κατάρτια,
έχω παννιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω και καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια,
κ' έχω και ναύτες διαλεχτούς, όλο άντρες του πολέμου,
κ' έχω κ' ένα ναυτόπουλο, που τους καιρούς γνωρίζει,
κ' εκεί που στήσω μια φορά την πλώρη δε γυρίζω."

"Ανέβα, βρε ναυτόπουλο, 'ς το μεσιανό κατάρτι,
για να διαλέξης τον καιρό, να ιδής για τον αέρα."
Παιζογελώντας ανέβαινε, κλαίοντας κατεβαίνει.
"Το τι είδες, βρε ναυτόπουλο, αυτού ψηλά που πήγες;
-Είδα τον ουρανό θολό και τάστρα ματωμένα,
είδα τη μπόρα που άστραψε και το φεγγάρι εχάθη,
και 'ς της Αττάλειας τα βουνά αστραχαλάζι πέφτει."
Ώστε να ειπή, να καλοειπή, να καλοκουβεντιάση,
βαρειά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει,
ασπρογυαλίζει η θάλασσα, σιουρίζουν τα κατάρτια,
σκώνονται κύματα βουνά, χορεύει το καράβι,
σπηλιάδα τού ρθε από τη μια, σπηλιάδα από την άλλη,
σπηλιάδα από τα πλάγια του κ' εξεσανίδωσέ το.
Γιόμισε η θάλασσα παννιά, το κύμα παλληκάρια,
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλλια πάγει.

Όλαις οι μάνναις κλαίγανε κι' όλαις παρηγορειούνται,
μα μια μαννούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάνει τοις πέτραις 'ς την ποδιά, τα τρόχαλα 'ς τον κόρφο,
πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα.
"Θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
πόπνιξες το παιδάκι μου, π' άλλο παιδί δεν έχω.
-Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα,
μόν φταίει ο πρωτομάστορας που φτειάνει τα καράβια,
και τα πελέκαγε φτενά και τα γυρίζει ο αέρας,
και χάνω τα καράβια μου που είναι δικά μ' στολίδια,
χάνω τα παλληκάρια μου, οπού με τραγουδούνε."

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1)      Σε ποιο γεγονός αναφέρεται το τραγούδι και σε ποια κατηγορία εντάσσεται ανάλογα με το θέμα του; 
2)      Ποια στοιχεία μορφικά συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως παραδοσιακού ποιήματος;
3)      Στις τεχνικές του δημοτικού τραγουδιού συγκαταλέγονται το στοιχείο της υπερβολής και του αδυνάτου και ο παμψυχισμός. Τα ανιχνεύετε στο ποίημα;

ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΤΙΚΗΣ

Απ' όλα τάστρα τουρανοϋ ένα είναι που σου μοιάζει,
ένα που βγαίνει το πουρνό, όταν γλυκοχαράζει.

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει,
που στέκεις πάντας δροσερό κι' ανθείς και λουλουδίζεις;

Μα συ σαι μια βασίλισσα, π' όλον τον κόσμο ορίζεις,
σα θέλης παίρνεις τη ζωή, σα θέλης τη χαρίζεις.

Όντε σ' εγέννα η μάννα σου, ο ήλιος εκατέβη
και σού δωκε την ομορφιά και πάλι μετανέβη.

Ποιος ήλιος λαμπερότατος σού δωκε την ανθάδα,
και ποια μηλιά, γλυκομηλιά, τη ροδοκοκκινάδα;

Σαν τι το θέλει η μάννα σου τη νύχτα το λυχνάρι,
οπόχει μέσ' 'ς το σπίτι της τ' Αυγούστου το φεγγάρι.

ΠΩΣ ΠΙΑΝΕΤΑΙ ΓΗ ΑΓΑΠΗ

Εβγάτε αγόρια 'ς το χορό, κοράσια 'ς τα τραγούδια,
πέστε και τραγουδήσετε πώς πιάνεται γη αγάπη.
Από τα μάτια πιάνεται, 'ς τα χείλια κατεβαίνει,
κι' από τα χείλια 'ς την καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει.




Το παλληκάρι το καλό παράκαιρα γεράζει,
γεράζει από τοις όμορφαις κι' από τοις μαυρομάταις.
Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη,
θέλει λαγού περπατησιά, αϊτού γληγοροσύνη.
Όντας διαβαίνη με πολλούς, να κάνη πως δε γλέπει,
κι' όντας διαβαίνη μοναχός, γλυκό φιλί ν' αρπάζη.
Κι' όταν του λεν πώς πόρεψες, να λέη της αγάπης.
"Καλοπερνώ όντας έρχωμαι, κακοπερνώ όντας φεύγω.
   


               
ΟΤΑΝ ΦΘΑΝΟΥΝ ΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΑΜΒΡΟΥ

Νύφη μου, ξάστερο νερό και ξέλαμπρο φεγγάρι,
το ταίρι σού ναι ζηλευτό κι' όμορφο παλληκάρι.

'Σ το σπίτι το πεθερικό, 'ς τη γειτονιά οπού ρθες,
σαν κυπαρίσσι να σταθής, σαν πρίνος να ρίζωσης,
και σα μηλιά γλυκομηλιά ν' ανθήσης, να καρπίσης,
υγιούς εννιά ν' αξιωθής και μια γλυκομηλίτσα.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 1) Σε ποιο γεγονός αναφέρονται  τα τραγούδια και σε ποια κατηγορία εντάσσονται ανάλογα με το θέμα τους;
2)  Ποια στοιχεία μορφικά συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού τους ως παραδοσιακά  ποιήματα;
3)  Στις τεχνικές του δημοτικού τραγουδιού συγκαταλέγονται το στοιχείο της υπερβολής και του αδυνάτου το στοιχείο της απλής, ζωντανής και παραστατικής γλώσσας. Τα ανιχνεύετε στα ποίηματα;


[Το νανάρισμα τούτο δεικνύουν ότι είναι παλαιόν αι εν αυτώ αναμνήσεις της βυζαντινής τέχνης•τα ποικίλματα του σκεπάσματος και τα μαργαριτοκόσμητα κόκκινα τσαγγία κατασκευάζονται εις την Πόλην, αλλ'εϊς την Πόλην των Ελλήνων αυτοκρατόρων και όχι την τουρκοκρατουμένην Κωνσταντινούπολιν.]


Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι,
κοιμήσου, που να σε χάρη ο νιος που θα σε πάρη.
Κοιμήσου, που παράγγειλα 'ς την Πόλη τα χρυσά σου,
'ς τη Βενετιά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου.
Κοιμήσου, που σου ράβουνε το πάπλωμα 'ς την Πόλη,
και σου το τελειώνουνε σαρανταδυό μαστόροι,
'ς τη μέση βάνουν τον αετό, 'ς την άκρη το παγόνι.
Νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά ταγγόνι.
Κοιμήσου και παράγγειλα παπούτσια 'ς τον τσαγγάρη,
να σου τα κάνη κόκκινα με το μαργαριτάρι.
Κοιμήσου μέσ' 'ς την κούνια σου και 'ς τα παχιά παννιά σου,
η Παναγιά η δέσποινα να είναι συντροφιά σου.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1) Σε ποιο γεγονός αναφέρεται  το τραγούδι και σε ποια κατηγορία εντάσσεται ανάλογα με το θέμα του;
2) Ποια στοιχεία μορφικά συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως παραδοσιακού ποιήματος;
3) Στις τεχνικές του δημοτικού τραγουδιού συγκαταλέγονται το στοιχείο της υπερβολής και του αδυνάτου το στοιχείο της απλής, ζωντανής και παραστατικής γλώσσας. Τα ανιχνεύετε στο ποίημα;


ΕΙΣ ΑΓΟΥΡΟΝ
Για ιδές καιρό που διάλεξες, Χάρε μου, να τον πάρης,
'ς τα έβγα του καλοκαιριού, 'ς τα έμπα του χειμώνα,
να πάρης τάνθη οχ τα βουνά, λελούδια από τους κάμπους,
να πάρης τον αμάραντο, να τον μαράν' ή πλάκα.



Δεν είναι κρίμα κι' άδικο, παραλογιά μεγάλη,
να στέκουν τα παλιόδεντρα και τα σαρακιασμένα,
να πέφτουνε τα νιόδεντρα με τάνθη φορτωμένα;



Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασίλεψης,
ν' αφήσης το σπιτάκι σου κι' αλλού να πας να φέξης;



Δε σόμοιαζε, λεβέντη μου, 'ς τη μαύρη γης για νά μπης,
μόν' σόμοιαζε να κάθεσαι 'ς ένά μορφο τραπέζι,
να τραγουδάς να χαίρεσαι, να σε κερνούν να πίνης.
Άγουρ', άγουρε δροσερέ κρουσταλλοβραχιονάτε,
χρυσά ήταν τα καλίγια σου κι' αργυρά τα σφυριά σου,
και το σφυρί που σφύριζε με το μαργαριτάρι.
Νύχτα σελλώνει τάλογο, νύχτα το καλιγώνει,
νύχτα περνάει το 'Ρουφιά, το φοβερό ποτάμι.
Πάει να πάρη το φιλί πρου βρέξη, πρου χιονίση.

Δε σόπρεπε, δε σόμοιαζε 'ς τη γη κρεβατοστρώση,
μόν' σόπρεπε, μόν' σόμοιαζε 'ς του Μάη το περιβόλι,
ανάμεσα σε δυο μηλιαίς, σε τρεις νεραντζοπούλαις,
να πέφτουν τ' άνθ' απάνου σου, τα μήλα 'ς την ποδιά σου,
τα κρεμεζογαρούφαλα τριγύρω 'ς το λαιμό σου.

Το νιο που συνεβγαίνουμε τι έχουμε να του πούμε;
πού το ψηλός σαν άγγελος, λιγνός σαν κυπαρίσσι,
πού χε το Μάη 'ς τοϊς πλάταις του, την άνοιξη 'ς τα στήθη,
τάστρα και τον αυγερινό 'ς τα μάτια και 'ς τα φρύδια,
πού τον 'ς τους κάμπους το βιολί, 'ς την εκκλησιά καντήλι,
ήτανε και 'ς το σπίτι του καράβι αρματωμένο.
Και το βιολί τσακίστηκε, και το καντήλι εσβήστη,
και το καράβι τόμορφο κ' εκείνο απικουπίστη.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1) Σε ποιο γεγονός αναφέρεται το τραγούδι και σε ποια κατηγορία εντάσσεται ανάλογα με το θέμα του;
2) Ποια στοιχεία μορφικά συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως παραδοσιακού ποιήματος;
3)  Στις τεχνικές του δημοτικού τραγουδιού συγκαταλέγονται το στοιχείο της υπερβολής και του αδυνάτου το στοιχείο της απλής, ζωντανής και παραστατικής γλώσσας και του παμψυχισμού. Τα ανιχνεύετε στο ποίημα;